Σουρεαλιστική βραδιά στο Μποκ Ροκ

*Αυτό το κειμενάκι, είχα ξεκινήσει πριν κάτι μήνες… Δυστυχώς δε τα κατάφερα ποτέ να το μεγαλώσω. Πάντα κολλάω και τα γραπτά μου μένουν να αιωρούνται σαν μπαλόνια με νέον σε άγνωστους ουρανούς.

Μπήκα στο ταξί. Ο οδηγός, ένας γκριζομάλλης με έντονα φρύδια και βαθιές ρυτίδες στο μέτωπο, με κοίταξε μέσα από το καθρέφτη, πίσω από τα σκούρα μαύρα του γυαλιά, ένα πούρο να κρεμασμένο στα χείλη του. «Στο Μποκ Ροκ παρακαλώ» του είπα και ξεκινήσαμε. Σύντομα χάθηκα στις σκέψεις μου, παρατηρώντας τα κτίρια και τα δέντρα να περνάνε βιαστικά έξω απ’ το παράθυρο μου, ζαλισμένη από την βαριά μυρωδιά του πούρου και υπό τους λυγμούς ενός μπουζουκιού. Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας. Πλήρωσα το ταξιτζή και βρέθηκα στην άκρη του δρόμου να κοιτάζω σε μια λακούβα την αντανάκλαση της νέον επιγραφής του Μποκ Ροκ.

Αφού χάζεψα για λίγο τις επιβλητικές και αυστηρές γραμμές του κτιρίου που βρισκόταν μπροστά μου αποφάσισα να μπω μέσα. Στην είσοδο στεκόταν ένας γιγαντόσωμος τύπος με ξυρισμένο το κεφάλι, όπως μου άνοιγε την πόρτα είδα οτι το αριστερό μέρος του κρανίου του ήταν καλυμένο με ένα πράσινο φτερωτό δράκο.Βρέθηκα σε μια καπνισμένη και κακοφωτισμένη αίθουσα που μέσα της κολυμπούσε ένα αλλοπρόσαλο πλήθος, πολύχρωμο και κραυγαλέο.Εντόπισα το μπαρ, όπου μια ζουμερή γυναίκα με κιτρινόξανθα πλοκάμια στο κεφάλι σέρβιρε ζοχαδιασμένη τους πελάτες. Πλησίασα το μπαρ και όταν επιτέλους τα κατάφερα να της αποσπάσω την προσοχή ζήτησα ευγενικά και τσιριχτά μια βότκα. Κάθησα στο μπαρ έτοιμη να απολαύσω το ποτό μου. Όπως το πλησίασα στα χείλη μου άκουσα ένα δυνατό χτύπο ρολογιού παρ’όλη τη βαβούρα του μαγαζιού. Άκουσα προσεκτικότερα και διαπίστωσα έκπληκτη οτι ο ήχος προερχόταν από το ποτό μου. Το ακούμπησα διστακτικά στον πάγκο και το κοίταξα καχύποπτα. «Τικ-τακ, τικ-τακ ». Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκα. Ο διπλανός μου που με παρατηρούσε μου είπε: «Άντε, τι περιμένεις πιες το γρήγορα πριν σκάσει ». Κοίταζα τώρα μια το ποτό και μια το τύπο, προσπαθώντας να καταλάβω τι μου είπε. Ξαφνικά τον ακούω να μου λέει : «Ωχ!Σκύψε θα εκραγεί!» και με το χέρι του πίεσε το κεφάλι μου προς τα κάτω. Άκουσα ένα δυνατό κρότο και όταν ξανασήκωσα το κεφάλι μου είδα οτι η βότκα-μπόμπα είχε σκάσει στα μούτρα της μπαργούμαν που δυστυχώς έδειχνε να είχε χάσει οριστικά το κέφι της.

Μη θέλοντας να προκαλέσω την οργή της, αποφάσισα να μετακινηθώ στο άλλο μπαρ του μαγαζιού. Προχώρησα μέσα στον κόσμο, δίπλα από κοπέλες με ψηλά τακούνια και έντονο βάψιμο και αγόρια με κοκκαλομένα μαλλιά και απλανές βλέμμα.Όταν βολέυτηκα στη καινούργια μου θέση μια κοπέλα με κατάλευκο δέρμα και κουρασμένα μάτια πήρε την παραγγελία μου με χαμόγελο. Στη συνέχεια μου έφερε το ποτό μου λέγοντας: «Το ποτό σας θα αυτοκαταστραφεί σε πέντε λεπτά». Όλο το μαγαζί πάλλοταν στους ρυθμούς των τραγουδιών που επέλεγε ένας μικρόσωμος τύπος σε μια εξέδρα, ανάμεσα σε πορτοκαλί λωρίδες υφάσματος που ξεχύνοταν από το ταβάνι.Μερικοί χορεύαν όσο πιο ξέφρενα γίνεται χοροπηδώντας σε μια απελπισμένη προσπάθεια να δικαιώσουν το Δαρβίνο και άλλοι απλώς στεκόταν νωχελικά με το ποτό στο χέρι κουνώντας ρυθμικά το κεφάλι τους ή στρέφοντας το κατά 360ο μετρώντας τα βλέμματα που πέφτουν πάνω τους .

Ξαφνικά η μουσική σταμάτησε, το πλήθος παραμέρισε και πρόβαλλε ένας θεόρατος τύπος φορώντας ένα δερμάτινο παντελόνι, γυμνός από τη μέση και πάνω, με μακριά μαλλιά, αγριεμένο πρόσωπο και τους φουσκωμένους μυεις του να γυαλίζουν κάτω από κόκκινους προβολλείς. Άρχισε να χορεύει σαν υπνωτισμένος, τότε πρόσεξα οτι πίσω του στεκόταν μια κοπέλα με ασημί μαγιό και μπότες. Οι θαμώνες του μαγαζιού παρακολουθούσαν με αμείωτο ενδιαφέρον τις χορευτικές (?) ικανότητες των ευλίγιστων, πάνω απ’όλα, χορευτών.

Στράγγιξα τη τελευταία γουλιά της μπόμπας μου χαζεύοντας τις παραμορφομένες τους φιγούρες μέσα από το πάτο του ποτηριού. Ενιωσα τη γουλιά να πέφτει στο στομάχι μου σαν σπίρτο σε δεξαμενή βενζίνης. Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα μου, και ένας αναπτήρας από το πουθενά μου το άναψε. Ο ιδιοκτήτης του αναπτήρα ήταν ψηλός με μαύρα γυαλιά ηλίου μαύρο μακρύ δερμάτινο παλτό και κατάλευκη επιδερμίδα. Θυμήθηκα το matrix και αναρωτήθηκα ποιό χάπι να διαλέξω. Δυστυχώς ή ευτυχώς ο τύπος δε μου πρόσφερε κανένα χάπι, αλλά έβαλε στο χέρι μου μια μικρή λευκή κάρτα, χαμογέλασε και εξαφανίστηκε πριν προλάβω να πω τίποτα. Κοίταξα τη κάρτα στη παλάμη μου. Δεν έγραφε τίποτα… δεν παραξενεύτηκα, όλα ήταν τόσο αλλόκοτα απόψε…Ένιωσα κουρασμένη. Ώρα να χτυπήσεις τα τακούνια σου- there is no place like home- και να πας για ύπνο μικρή Ντόροθι Γκέηλ, σκέφτηκα.

*Ελπίζω να μου έρθει η έμπνευση και να σας δώσω τη συνέχεια κάποια στιγμή 🙂

Advertisements

4 responses to “Σουρεαλιστική βραδιά στο Μποκ Ροκ

  1. PrincesadeCopas

    Αμαλια ..περασα λιγο πριν και το προσπερασα αυτο το ποστ γιατι ηταν μεγαλο (ειχα σκοπο να δω αργοτερα )…wow τι σουρεάλ ταξιδι ηταν αυτο? ελπιζω να σου ρθει λιγο συντομα η εμπνευση..i wanna see how this ends 🙂

  2. Princessoula merci gia to podariko 🙂 Oso gia thn empneush mou hr8e xtes thn wra pou me epairne siga siga o upnos… 8a to doulepsw kai 8a epanel8w 😉

  3. Επιτέλους! You came into life… Μπράβο!
    Περιμένω με ανυπομονησία το δεύτερο μέρος…
    Χαίρομαι…

  4. Απολαυστική η ιστορία σου …. 😉
    χαχα η κυριολεκτική βοτκα μπομπα , το Μάτριξ λολ ….και οι κάθε λεπτομέριες….

    Αλλά τι …δεν θα δούμε και το τι γινεται μετά?

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s