Monthly Archives: March 2006

Δε κοιμάμαι τώρα πια τα βράδια…

…κάνω χαζο-τεστ γιατί δεν έχω φράγκα!!!

Ε ναι λοιπόν το βρήκα το νέο μου χόμπι, τεστ προσωπικότητας στο internet. Ετσι έμαθα για μένα οτι: Σαν τύπος Blogger είμαι διορατική (?!) με αυτοπεποίθηση και το blog μου θα έπρεπε να είναι μωβ. Είμαι γεννημένη ποιήτρια και κατά 60% (μόνο!?) αλλόκοτη. Επίσης, συνδυάζω τη ζωτικότητα μιας ξανθιάς με την ένταση μιας καστανής και θα έπρεπε να βάψω τα μαλλιά μου μπλε! Μέσα μου κρύβω μια Sheryl Crow και το 10 το καλό μου είναι οι γνώσεις και η δημιουργικότητα μου. Οι ιδέες μου μια μέρα μπορεί να αλλάξουν τον κόσμο (χα! το ήξερα αυτό 😉 ). Και αυτό που ζηλεύει ο κόσμος δεν είναι η ομορφιά μου 😦  , αλλά τη δημιουργικότητα και τη ζα- μαν- φου στάση μου.

Η επιστημονική εγκυρότητα αυτών των τεστ είναι καρατσεκαρισμένη, αφού το αποτέλεσμα στο τι ζώδιο θα έπρεπε να είμαι είναι Καρκίνος, που είναι ο ωροσκόπος μου! Και όπως με έχει διδάξει η αστρο- γκουρού μου (η Princess, της οποίας το σκοτεινά όμορφο blog μπορείται να δείτε εδώ ) κατά βάθος θέλουμε να συμπεριφερόμαστε όπως ο ωροσκόπος μας.

Ωραία και τώρα… τα ρα τα τζουουουμ!!!

Το καλύτερο από τα αποτελέσματα που πήρα:

Your Daddy Is Ozzy Osbourne
What You Call Him: Dada

Why You Love Him: He knows best

Who's Your Daddy?

Περιμένω με ανηπομονεσία τα δικά σας αποτελέσματα στα comments!! 😉 

Life fragment

I go out everynight and mingle with the faceless croud. I want to scream but I'm too proud. I wish I felt alive again. I need to breathe some real air. Am I awake, am I asleep or have I been transformed into a sheep? I try to listen to my heartbeat but all I hear is a crog creak. I try to look at the real world, but a veil covers it all. I feel trapped in an old frame, doomed to play the same game, over, and over, and over again… 

Σουρεαλιστική βραδιά στο Μποκ Ροκ

*Αυτό το κειμενάκι, είχα ξεκινήσει πριν κάτι μήνες… Δυστυχώς δε τα κατάφερα ποτέ να το μεγαλώσω. Πάντα κολλάω και τα γραπτά μου μένουν να αιωρούνται σαν μπαλόνια με νέον σε άγνωστους ουρανούς.

Μπήκα στο ταξί. Ο οδηγός, ένας γκριζομάλλης με έντονα φρύδια και βαθιές ρυτίδες στο μέτωπο, με κοίταξε μέσα από το καθρέφτη, πίσω από τα σκούρα μαύρα του γυαλιά, ένα πούρο να κρεμασμένο στα χείλη του. «Στο Μποκ Ροκ παρακαλώ» του είπα και ξεκινήσαμε. Σύντομα χάθηκα στις σκέψεις μου, παρατηρώντας τα κτίρια και τα δέντρα να περνάνε βιαστικά έξω απ’ το παράθυρο μου, ζαλισμένη από την βαριά μυρωδιά του πούρου και υπό τους λυγμούς ενός μπουζουκιού. Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας. Πλήρωσα το ταξιτζή και βρέθηκα στην άκρη του δρόμου να κοιτάζω σε μια λακούβα την αντανάκλαση της νέον επιγραφής του Μποκ Ροκ.

Αφού χάζεψα για λίγο τις επιβλητικές και αυστηρές γραμμές του κτιρίου που βρισκόταν μπροστά μου αποφάσισα να μπω μέσα. Στην είσοδο στεκόταν ένας γιγαντόσωμος τύπος με ξυρισμένο το κεφάλι, όπως μου άνοιγε την πόρτα είδα οτι το αριστερό μέρος του κρανίου του ήταν καλυμένο με ένα πράσινο φτερωτό δράκο.Βρέθηκα σε μια καπνισμένη και κακοφωτισμένη αίθουσα που μέσα της κολυμπούσε ένα αλλοπρόσαλο πλήθος, πολύχρωμο και κραυγαλέο.Εντόπισα το μπαρ, όπου μια ζουμερή γυναίκα με κιτρινόξανθα πλοκάμια στο κεφάλι σέρβιρε ζοχαδιασμένη τους πελάτες. Πλησίασα το μπαρ και όταν επιτέλους τα κατάφερα να της αποσπάσω την προσοχή ζήτησα ευγενικά και τσιριχτά μια βότκα. Κάθησα στο μπαρ έτοιμη να απολαύσω το ποτό μου. Όπως το πλησίασα στα χείλη μου άκουσα ένα δυνατό χτύπο ρολογιού παρ’όλη τη βαβούρα του μαγαζιού. Άκουσα προσεκτικότερα και διαπίστωσα έκπληκτη οτι ο ήχος προερχόταν από το ποτό μου. Το ακούμπησα διστακτικά στον πάγκο και το κοίταξα καχύποπτα. «Τικ-τακ, τικ-τακ ». Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκα. Ο διπλανός μου που με παρατηρούσε μου είπε: «Άντε, τι περιμένεις πιες το γρήγορα πριν σκάσει ». Κοίταζα τώρα μια το ποτό και μια το τύπο, προσπαθώντας να καταλάβω τι μου είπε. Ξαφνικά τον ακούω να μου λέει : «Ωχ!Σκύψε θα εκραγεί!» και με το χέρι του πίεσε το κεφάλι μου προς τα κάτω. Άκουσα ένα δυνατό κρότο και όταν ξανασήκωσα το κεφάλι μου είδα οτι η βότκα-μπόμπα είχε σκάσει στα μούτρα της μπαργούμαν που δυστυχώς έδειχνε να είχε χάσει οριστικά το κέφι της.

Μη θέλοντας να προκαλέσω την οργή της, αποφάσισα να μετακινηθώ στο άλλο μπαρ του μαγαζιού. Προχώρησα μέσα στον κόσμο, δίπλα από κοπέλες με ψηλά τακούνια και έντονο βάψιμο και αγόρια με κοκκαλομένα μαλλιά και απλανές βλέμμα.Όταν βολέυτηκα στη καινούργια μου θέση μια κοπέλα με κατάλευκο δέρμα και κουρασμένα μάτια πήρε την παραγγελία μου με χαμόγελο. Στη συνέχεια μου έφερε το ποτό μου λέγοντας: «Το ποτό σας θα αυτοκαταστραφεί σε πέντε λεπτά». Όλο το μαγαζί πάλλοταν στους ρυθμούς των τραγουδιών που επέλεγε ένας μικρόσωμος τύπος σε μια εξέδρα, ανάμεσα σε πορτοκαλί λωρίδες υφάσματος που ξεχύνοταν από το ταβάνι.Μερικοί χορεύαν όσο πιο ξέφρενα γίνεται χοροπηδώντας σε μια απελπισμένη προσπάθεια να δικαιώσουν το Δαρβίνο και άλλοι απλώς στεκόταν νωχελικά με το ποτό στο χέρι κουνώντας ρυθμικά το κεφάλι τους ή στρέφοντας το κατά 360ο μετρώντας τα βλέμματα που πέφτουν πάνω τους .

Ξαφνικά η μουσική σταμάτησε, το πλήθος παραμέρισε και πρόβαλλε ένας θεόρατος τύπος φορώντας ένα δερμάτινο παντελόνι, γυμνός από τη μέση και πάνω, με μακριά μαλλιά, αγριεμένο πρόσωπο και τους φουσκωμένους μυεις του να γυαλίζουν κάτω από κόκκινους προβολλείς. Άρχισε να χορεύει σαν υπνωτισμένος, τότε πρόσεξα οτι πίσω του στεκόταν μια κοπέλα με ασημί μαγιό και μπότες. Οι θαμώνες του μαγαζιού παρακολουθούσαν με αμείωτο ενδιαφέρον τις χορευτικές (?) ικανότητες των ευλίγιστων, πάνω απ’όλα, χορευτών.

Στράγγιξα τη τελευταία γουλιά της μπόμπας μου χαζεύοντας τις παραμορφομένες τους φιγούρες μέσα από το πάτο του ποτηριού. Ενιωσα τη γουλιά να πέφτει στο στομάχι μου σαν σπίρτο σε δεξαμενή βενζίνης. Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα μου, και ένας αναπτήρας από το πουθενά μου το άναψε. Ο ιδιοκτήτης του αναπτήρα ήταν ψηλός με μαύρα γυαλιά ηλίου μαύρο μακρύ δερμάτινο παλτό και κατάλευκη επιδερμίδα. Θυμήθηκα το matrix και αναρωτήθηκα ποιό χάπι να διαλέξω. Δυστυχώς ή ευτυχώς ο τύπος δε μου πρόσφερε κανένα χάπι, αλλά έβαλε στο χέρι μου μια μικρή λευκή κάρτα, χαμογέλασε και εξαφανίστηκε πριν προλάβω να πω τίποτα. Κοίταξα τη κάρτα στη παλάμη μου. Δεν έγραφε τίποτα… δεν παραξενεύτηκα, όλα ήταν τόσο αλλόκοτα απόψε…Ένιωσα κουρασμένη. Ώρα να χτυπήσεις τα τακούνια σου- there is no place like home- και να πας για ύπνο μικρή Ντόροθι Γκέηλ, σκέφτηκα.

*Ελπίζω να μου έρθει η έμπνευση και να σας δώσω τη συνέχεια κάποια στιγμή 🙂

Hey piggy piggy


Ζωγράφισα ένα γουρούνι εδώ

και ήρθα σε επαφή με το γουρούνι μέσα μου… Οϊνκ! Οϊνκ! Δοκιμάστε το κι εσεις 🙂

Wisdom

Ανοίγει όσο πάει ο καιρός και μαζί και η διάθεση μου. Αλλά μέχρι να
φτάσει για τα καλά η άνοιξη, προβλέπω να βασανίζομαι με υπαρξιακά
προβλήματα τύπου τι είναι ο κάβουρας και πώς να τον μαγειρέψω. Μέχρι να
πιάσω ζεν λοιπόν, και να βρώ το νόημα, να χωνέψω το 42… μαζεύω
σοφίες, όπως οι ακόλουθες:

Δεν έχω αφήσει ποτέ την εκπαίδευση μου να παρέμβει στη μόρφωση μου

Μαρκ Τουέιν
(Από τα πιο αγαπημένα μου γιατί το ζω 🙂 )

 If you ask me what I came into this world to do, I will tell you. I came to live out loud.

Emil Zola

Never be afraid to try sth new. Remember: Amateurs built the ark, professionals built the Titanic.

Definition

Originality: The art of conceiling your sources

 

 

Εν αρχή ην η ποίηση

Δε ξέρω πως να ξεκινήσω αυτό το blog, έτσι σκέφτηκα να το εγκαινιάσω
με ένα ποίημα που έγραψα κάποια Δευτέρα, τον μακρινό Οκτώβριο του 2000.
Πολλοί λένε οτι η ποίηση έχει εκλείψει σήμερα, όμως θέλω να πιστεύω οτι
απλώς ακολουθεί το κύκλο του φεγγαριού και στην επόμενη φάση θα είναι
πιο γεμάτη από ποτέ. Ελπίζω απλώς να είμαι εδώ για να δώ τη πανσέληνο.
😉 So here it goes…

 

Στάθηκα στα μέρη της χαμένης μου νιότης

της νιότης που με γέλασε πως θα κρατούσε μια ζωή

Είδα τους ίσκιους όλων όσων δεν έζησα,

δεν είπα και δεν έκανα

τις λύπες και τις χαρές που δεν ένιωσα

σε θλιβερή παρέλαση στα μάτια μου μπροστά

Τα μάτια μου, τα γεμάτα δάκρυα και απελπισία

που είδαν τη γέννηση και το θάνατο

λαμπερά πολύχρωμα πουλιά να χάνονται στον ουρανό

τσακισμένα καράβια κάτω από το φως των αστεριών

Υστερα κουρασμένη ξάπλωσα το κορμί μου

στην άμμο την ξανθή

που πάνω της σε καιρούς άλλους

είχα χαράξει μια ζωή που δεν μπόρεσα να ζήσω

Ένιωσα το κορμί μου να βουλιάζει στο σκοτάδι

σαν άσπρο βότσαλο σε μαύρη θάλασσα

κράτησα το κορμί μου ζεστό και ακόμη ζωντανό

κράτησα και τα σπασμένα μου όνειρα

τους σιγοτραγούδησα ένα νανούρισμα, μια προσευχή

λέξεις που δε γνώριζα και δε θυμάμαι πια

και τα φίλησα για καληνύχτα

Τότε ένιωσα το κορμί μου γαληνεμένο

και τη γλυκιά μυρωδιά ενός νυχτολούλουδου,

τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς…

της δικής μου αγκαλιάς

Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρυσα

μια αυγή λιγότερο βάρβαρη…

Οι αχτίδες της καινούργιας μέρας δε με χαρακώνουν πια.